Ο χιλιοτραγουδισμένος τρύγος του σαμιώτικου μοσχάτου

2070

γράφει η δημοσιογράφος Μαργαρίτα Ικαρίου)

Ο τρύγος στη Σάμο ήταν και είναι η εποχή που ο χειρωνακτικός κάματος μιας ολόκληρης χρονιάς, γίνεται ευλογημένη συγκομιδή. Οι χρυσαφένιες ρόγες του ολόγλυκου μοσχάτου σταφυλιού αποκαλύπτουν τη διαχρονική δυναμική τους  και μετατρέπονται στα ονομαστά σαμιώτικα κρασιά που συνδέονται με τις πιο όμορφες στιγμές της καθημερινότητάς μας.

«…Είνι χαρά καμμιά π’να μη θελ’ κρασί; Βαφτίσα, γαμ’, γιουρτές, παν’γύρια, ούλα του κρασί τ’ς θέλ’νι…» (Νικ. Δημητρίου, «Λαογραφικά της Σάμου» τ. Β΄)

Πεζούλες ξερολιθιάς ως πάνω στο βουνό, η ζωοδότρα ανάσα του ήλιου και το αγέρι του Αιγαίου, το έδαφος, το ιδιαίτερο μικροκλίμα,  η πατρογονική παρακαταθήκη, η συνεταιριστική δράση, η οινοποίηση, η παλαίωση, οριοθετούν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα terroir παγκοσμίως. Τα αμπελοτόπια στη Σάμο καταλαμβάνουν περίπου 14.000 στρέμματα κι εκεί καλλιεργείται το «Άσπρο Μοσχάτο Σάμου», ένα μικρόρωγο σταφύλι το οποίο θεωρείται ο πιο ευγενής κλώνος της μεγάλης οικογένειας των μοσχάτων. Κι οι Σαμιώτες αμπελοκαλλιεργητές, με χειρωνακτική κυρίως εργασία, πολύ κόπο και πολύ μεράκι, ακολουθούν την παράδοση των πατεράδων και των παππούδων, αποδίνοντας ένα μοναδικό προϊόν.

«Σταφύλ’ απ’ τσι πλάτις ιμ’»

Η σαμιώτικη ντοπιολαλιά έχει ένα σωρό παροιμίες και γνωμικά που σχετίζονται με την αδιάκοπη προσπάθεια των αμπελοκαλλιεργητών της Σάμου: «Τ’ αμπέλια και τα ζουντανά είνι για κ’νους π΄τα δ’λεύνι».

Κι από τα παλιά χρόνια ως και σήμερα, τα μόνα ίσως που έχουν αλλάξει στον τρύγο του σαμιώτικου μοσχάτου είναι το μεταφορικό μέσο, από τα γαιδουράκια στα αγροτικά οχήματα και από τις «σταφυλοδόχους» στην παραλαβή των σταφυλιών από το Οινοποιείο του Συνεταιρισμού στο Καρλόβασι.

Σύμφωνα με τις βιωματικές μαρτυρίες των παλαιών αμπελουργών της Σάμου, ο τρύγος ήταν (και είναι) μια πολυήμερη καλοκαιρινή «γιορτή» σε όλο το νησί.

Θύμησες από τη δεκαετία του ’50 αναφέρουν ότι οι προετοιμασίες ξεκινούσαν νωρίς. Σε όλα τα αμπελοχώρια καθαρίζονταν οι δρόμοι από κλαδιά και βάτια, ενώ επισκευάζονταν και οι «ντουσιμέδες» (τα καλντερίμια). Οι αμπελουργοί ετοίμαζαν τις «σταφυλοσακούλες» προσέχοντας να έχουν όλες «κρικέλλες» και σχοινάκια για το δέσιμο, ενώ μέχρι και οι μικρές τρύπες μπαλώνονταν. Σειρά είχαν τα κοφίνια, τα «γαλίκια», οι «κοφίνες», οι «κόφες» κι οι «σελέδες, αλλά και τα εργαλεία κοπής τα «κατσούνια», τα «κατσ’νάκια» ή οι «κατσούνες» (τα μεγαλύτερα) τα οποία τροχίζονταν για να ναι κοφτερά.Εκείνες τις μέρες περνούσαν από όλα τα χωριά οι «σιδεράδες» που πουλούσαν καινούργια κατσούνια, οι «πραματευτάδες», οι «καλαθάδες» κι οι «ματραμπάζ’δις» (ζωέμποροι).

Γαιδουράκια και άλογα πήγαιναν στον πεταλωτή ώστε τα πέταλα να μη γλιστράνε στους «ντουσιμέδες». Τα σαμάρια παραγεμίζονταν με ξερά χόρτα ώστε να μην πληγώνονται τα ζώα από τα μεγάλα φορτία.

Όταν ο «ντελάλης» διαλαλούσε ότι θα ανοίξει η «πόστα», άρχιζε το τρέξιμο. Οι αμπελουργοί έφευγαν αξημέρωτα για να πάνε στα αμπελάκια τους  να δουν αν το σταφύλι θέλει κόψιμο (αν ωρίμασε δηλαδή) κι αμέσως κανόνισε τα «κουρίτσα» (εργάτριες) για τον τρύγο, τους «κουβαλητάδες» και τους «αγωγιάτες». Σταφυλοδόχοι υπήρχαν σε πολλά σημεία. Καθαρισμένες, ασπρισμένες, με το προσωπικό έτοιμο και τον εξοπλισμό στη θέση του, περίμεναν τα «μαξούλια».

Όταν ξημέρωνε η μέρα του τρύγου, πριν καν βρει ο ήλιος, όλο το χωριό ήταν στο πόδι! Στα αμπελάκια, ομάδες εργατών με μακρυμάνικα πουκάμισα για προφύλαξη από «μουχρίτσες» και «ντάβανους» (έντομα), ψαθωτά καπέλα δεμένα στο πηγούνι με μαντήλια, για προστασία από τον ήλιο.

«Χίλια Γουμάρια»!

Φωτεινά χαμόγελα, ευχές και πειράγματα: «Χίλια γουμάρια» ήταν η κυρίαρχη ευχή. Ανταπαντούσαν με το  «τα μ’ σά θ’ κά σ» ή «χίλιες ευχές να σ’ ακλουθάνι». Όλοι σκυμμένοι έκοβαν και οι κουβαλητάδες, τρέχοντας ανάμεσα στα κλήματα, άδειαζαν τα κοφίνια. Ο πιο έμπειρος απ’ όλους διάλεγε τα πιο ώριμα σταφύλια για να μπουν κάτω-κάτω στα σακιά, για να «βγει ο βαθμός καλός». Όταν το «γομάρι» (φορτίο) ήταν έτοιμο, φόρτωναν για την πρώτη στράτα, ενώ φώναζε το αφεντικό στον αγωγιάτη «τα μάτια σ’ τέσσιρα, μη χάσουμι το γράδο».  Ένα γομάρι ήταν 133 κιλά και 14 βαθμούς.

Στην παραλαβή των σταφυλιών, ο προϊστάμενος συντόνιζε την όλη διαδικασία. Εργάτες πηγαινοέρχονταν κουβαλώντας εργαλεία, κυλώντας βαρέλια για το μούστο, χωνιά και πλάστιγγες. Τα ζώα φορτωμένα με τον πολύτιμο καρπό συνωστίζονταν σχηματίζοντας μεγάλη ουρά. Ξεκινούσαν και οι γκρίνιες από τους αγωγιάτες που ήθελαν να γυρίσουν για να πάρουν το επόμενο «αγώι».

Όταν ερχόταν η σειρά, ξεφορτώνονταν τα σταφύλια στην πλάστιγγα, ο ζυγιστής ανεβοκατεβάζοντας τα «ζύγια» με γρήγορες κινήσεις. Τα ζύγιζε και φώναζε δυνατά όνομα και κιλά για να ακούσει ο «γραφιάς». Μετά, τα άδειαζαν με προσοχή να μην σκορπίσει η «κατσούλα» (τα ώριμα). Ένας εργάτης έπαιρνε με μια «πιρούνα» σταφύλια και τα έβαζε στο «μαστέλλο», ένα ξύλινο δοχείο για να «τα πατήσει». Καμιά φορά αν η «πιρουνιά» δεν ήταν καλή, έλεγε περιπαικτικά ο παραγωγός: «αχ στ’ ν καρδιά μη κάρφουσις».

 

Ο εργάτης με γρήγορες κινήσεις έλειωνε τα σταφύλια, τα έστυβε καλά και το μούστο τον έβαζε στον «τσούκο», ένα σκεύος με μια σίτα στη μέση σα σουρωτήρι, το ανακάτευε και γέμιζε το «γράδο». Ο «γραδαρ’στής» έβγαζε το γράδο και φώναζε το βαθμό. Εκεί, άρχιζαν οι διενέξεις! Επειδή ο μούστος έκανε αφρό, φώναζε ο παραγωγός «του ν’ αφρό φύσα» για να φαίνεται καλά η κλίμακα η «αφού του λέει γιατί δε του φουνάζ’ ς» (δηλαδή αφού φαίνεται η υποδιαίρεση, γιατί δεν την λες δυνατά;) Αν δε συμφωνούσαν για το βαθμό γραδάριζαν έως και τρεις φορές κι έπαιρναν το μέσο όρο. Όλα τα στοιχεία αυτά τα κατέγραφε ο γραφιάς και έκοβε το «μπουλέτο» (απόδειξη παραλαβής). Τις αποδείξεις αυτές τις συγκέντρωναν για να συμφωνήσουν αργότερα με το Συνεταιρισμό.

Τα σταφύλια απ’ την παραλαβή φορτώνονταν σε φορτηγά για το Οινοποιείο της Ένωσης στο Μαλαγάρι. Το ίδιο και ο μούστος απ΄τις «χαβούζες» όπου μαζεύονταν, έμπαινε σε μεγάλα βαρέλια και πάλι στο οινοποιείο άμεσα, για να μην ξεκινήσει ο βρασμός.

Άμα ο «αγωγιάτης» γύρναγε στο κτήμα, ρώταγε το αφεντικό «του’ νειχι ή του χάσαμι του γράδου» κι αν δεν άρεσε ο βαθμός, πήγαινε η γκρίνια σύννεφο.

Οι τρυγητές στα κέφια τους

Εποχές δύσκολες και φτωχικές, αλλά η γιορτή του τρύγου στη Σάμο είναι πάντα ένα μοίρασμα, ένα «συμπόσιο» κεφιού και ομαδικότητας. Οι μνήμες από τις προηγούμενες δεκαετίες αναφέρουν πως όλοι οι τρυγητές στο πρώτο διάλλειμμα της μέρας, (κατά τις 10:30 το πρωί) συνήθως κάτω από ένα μεγάλο δένδρο, τρώγανε το «καφαλτί». Πάνω στον ξύλινο σοφρά, σε μια τεράστια πήλινη γαβάθα η νοικοκυρά είχε φτιάξει τοματοσαλάτα με πατάτες βραστές, μπόλικο λάδι, κρεμμύδια, πιπεριές, παστά ψάρια κι ένα μεγάλο καρβέλι ζυμωτό ψωμί, που κοβόταν με τα χέρια. Σταυροπόδι κάθονταν οι εργάτες, ξεσκούφωτοι και «μπαϊλντισμένοι» από το μούστο και τον ιδρώτα, ζητούσαν το σταμνί με κρύο νερό και ως πώμα, ένα κουκουνάρι. Το γέμιζαν από ένα μεγάλο αλουμινένιο κανάτι, εύχονταν για τη σοδειά και έπιναν με ευχαρίστηση. Το μεσημεριανό, το μοιράζονταν λίγες ώρες αργότερα καθώς ο τρύγος διαρκούσε ως αργά το απόγευμα. Αυτό που κυριαρχούσε πάντως ήταν τα γέλια, τα αλληλοπειράγματα, τα τραγούδια.

Το βράδυ πονούσαν χέρια, πόδια, μέση. Όταν κόβονταν τα δάχτυλα με το «κατσούνι» έβαζαν μια ρόγα σταφύλι πάνω στο κόψιμο κι αν δεν σταματούσε το αίμα, τότε έβαζαν «κονιζό» (αιμοστατικό φυτό). Και οι αποστάσεις ανάμεσα στο χωριό και τα αμπελάκια ήταν μακρινές και το να τις διασχίσει κανείς με τα πόδια, ήταν μέγας άθλος. Όμως ο κόσμος μαθημένος στις δυσκολίες δε βαρυγκομούσε αλλά τις αντιμετώπιζε με το χαμόγελο. Έβλεπες γυναίκες μεγάλες με παιδιά να δουλεύουν καρτερικά όλη τη μέρα και το βράδυ φορτωμένες με το καλαθάκι τους γεμάτο διαλεγμένα σταφύλια για το σπίτι, να περπατάνε κουρασμένες στα δύσβατα μονοπάτια των ορεινών χωριών της Σάμου. Όμως και το επόμενο πρωί, με το πρώτο φως, ήταν και πάλι στον τρύγο…

Τα μονοπάτια ήταν στενά και περνούσε μόνο ένα ζώο. Προτεραιότητα φυσικά είχαν τα φορτωμένα, γι’ αυτό οι αγωγιάτες μπαίνοντας στα στενά, φώναζαν για να κάνουν στην άκρη οι ξεφόρτωτοι.

Όταν με το καλό τελείωνε ο τρύγος, άρχιζαν οι υπολογισμοί σχετικά με το αν πήγε καλά η χρονιά. Ατελείωτες οι συζητήσεις στα καφενεία και αναλύσεις επί αναλύσεων. Πήγαιναν τα «μπουλέτα» στο Συνεταιρισμό για να συμφωνήσουν στις ποσότητες και η αναμονή για την προκαταβολή, που δινόταν γύρω στα Χριστούγεννα, αποτελούσε το «γεγονός» της χρονιάς!

Ο τρύγος του 2023 στη Σάμο

Σε μια ιδιαίτερη χρονιά, λόγω των καιρικών συνθηκών που επικράτησαν, ο τρύγος στη Σάμο ξεκίνησε τη Δευτέρα 7 Αυγούστου και αναμένεται να διαρκέσει ως το Σεπτέμβρη. Παρά τις δυσκολίες, η αφοσίωση και το μεράκι των αμπελοκαλλιεργητών αλλά και η συνετή διαχείριση των ποσοτήτων από τον ΕΟΣ Σάμου, αναμένεται να αποδώσουν για μια ακόμη χρονιά, εξαιρετικά κρασιά.

(Θερμές ευχαριστίες στον Γιώργο Διολέτη, για τις πατρογονικές του μνήμες από τον τρύγο, που μοιράστηκε μαζί μας…)